Α. Στη συνάντησή μας δίπλα στη θάλασσα, βεβήλωσες την τελευταία λευκή σελίδα της ζωής μου, εκεί που θα έγραφα την απολογία μου, ζητώντας συγγνώμη και έλεος.
Τώρα όλες οι ιέρειες που αδίκησα στον έρωτα, με εκδίκηθηκαν. Έγιναν Άρπυιες και με παρέδωσαν στις Ερινύες. Δεν αναρωτιέμαι για το μέλλον μου πια. Ξέρω πως θα μείνω άταφος.
Β. Σε συνάντησα κρυφά στον τρίτο όροφο του παραδείσου. «Αλήθεια, πώς βρέθηκες εσύ εκεί!» Μου είπες με σιγανή φωνή να προσέχω, γιατί ο θόρυβος ακουγόταν στον δεύτερο όροφο των ανέραστων και αναμάρτητων. Έφυγα τρέχοντας μετά από τρεις ώρες με τα ρούχα στα χέρια και επέστρεψα στην κόλασή μου, δωροδοκώντας πάλι τον φρουρό πανάκριβα. Αν με αναζητήσεις, ξέρεις πού θα με βρεις. Ανάμεσα στους κολασμένους είμαι.
Γ. Όταν θα με θυμάσαι, θέλω να χαμογελάς, να νιώθεις ευτυχισμένη, να χαίρεσαι που με γνώρισες. Όταν θα σε θυμάμαι, δεν θέλω να δακρύζεις. Δεν θέλω να πνίγεσαι στη θλίψη, ούτε να πονάς. Θέλω να χαίρομαι που σε γνώρισες. Αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά σου; Η τελευταία δική σου εικόνα ήταν εκείνη που έμεινε στα μάτια μου, καθώς έκλεινε η πόρτα του ασανσέρ με εσένα μέσα του.
Christos.gim@gmail.com







