Τις αργίες, δηλαδή τις ημέρες που δεν δούλευε το πρωί, του άρεσε να κάθεται σε ένα παγκάκι του μικρού πάρκου που βρίσκονταν στη γειτονιά του και να αφοσιώνεται στον εαυτό του.
Δηλαδή, να αγοράζει έναν καπουτσίνο μαζί με ένα κρουασάν και μία εφημερίδα και να χάνεται μέσα στις σελίδες της, γιατί αυτός τις ειδήσεις ήθελε να τις μαθαίνει από το χαρτί. Και αργότερα, προς το μεσημέρι, να πηγαίνει και να συναντά κάποιους σταθερούς φίλους στο «Ηδύποτον». Κλασικό τσιπουράδικο ήταν.
Έτσι έκανε και εκείνο το ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό.
Την παρουσία του σκύλου, που ήρθε και στάθηκε στην άκρη στο παγκάκι, την κατάλαβε όταν έστρεψε το βλέμμα του, καθώς άλλαζε σελίδα στην εφημερίδα.
Απόρησε και μετά εντυπωσιάστηκε, καθώς κουνούσε ρυθμικά τα μεγάλα του αυτιά και συγχρόνως κοιτούσε με καθηλωμένο βλέμμα το κρουασάν που κρατούσε.
«Τι διάολο, πεινασμένος πρέπει να είναι», σκέφτηκε.
Έκοψε ένα κομμάτι, του το έδωσε και τον παρακολουθούσε καθώς το εξαφάνισε ακαριαία. «Μα τόσο νηστικός είναι;» ξανασκέφτηκε. Τελικά μοιράστηκε το κρουασάν μαζί του. Πρόσεξε πάντως πως φορούσε ένα κόκκινο περιλαίμιο, από το οποίο κρεμόταν το ταμπελάκι του εμβολιασμού.
Δεν φαινόταν αδέσποτος. Μάλλον από κάπου θα είχε χαθεί. Ίσως και να τον είχαν εγκαταλείψει. Ξαφνιάστηκε πάντως, γιατί πηγαίνοντας για το «Ηδύποτον» ο σκύλος τον ακολούθησε μέχρι την είσοδο του μαγαζιού.
Εκεί τον βρήκε να τον περιμένει όταν ήρθε η ώρα να χωρίσει η παρέα. Το ξαναλυπήθηκε. Μάζεψε κάποια αποφάγια από το τραπέζι που διασκέδαζαν και του τα έδωσε σε μια γωνιά του δρόμου. Ούτε που κατάλαβε πότε τα εξαφάνισε.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον ακολούθησε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε. Το μεγάλο ξάφνιασμα, όμως, ήταν την επόμενη το πρωί, που ξεκινώντας για τη δουλειά του, τον βρήκε ξαπλωμένο στο χαλάκι της εισόδου της πολυκατοικίας.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, μονολόγησε:
«Έχει γούστο να με περιμένει όταν θα γυρίσω!»
Κι όμως, τον περίμενε.
Τελικά τον συμπάθησε και συνάμα τον λυπήθηκε, κι έβαλε ένα κουπάκι με σκυλοτροφή και λίγο νερό σε μια άκρη του ακάλυπτου, ελπίζοντας πως, αν έχει χαθεί, κάποιοι θα τον αναζητήσουν.
Πέρασαν όμως μέρες και κανείς δεν τον έψαξε. Και μάλιστα κάποιοι ένοικοι της οικοδομής άρχισαν να δυσφορούν με την παρουσία του ζώου. Στο τέλος αποφάσισε να αναζητήσει το αφεντικό του δημοσιεύοντας τη φωτογραφία του μαζί με το σχόλιο πως είχε βρεθεί ένας αρσενικός ελληνικός ημίαιμος ιχνηλάτης. Έτσι του είπε ένας κτηνίατρος που ρώτησε για τη ράτσα του σκύλου. Μαζί δημοσίευσε και τα δικά του στοιχεία με την ελπίδα πως κάποιος θα επικοινωνούσε μαζί του.
Ημέρα Κυριακής κι αυτός να κάθεται στο γνωστό παγκάκι με τον σκύλο δίπλα του, που έτρωγε όχι μισό, αλλά ολόκληρο πια κρουασάν, όταν χτύπησε το τηλέφωνό του.
Μία γυναίκα ήταν, μάλλον νεαρή και με κάπως ανήσυχη φωνή, που έψαχνε τον χαμένο σκύλο της. Της είπε πού βρίσκονταν και μετά από λίγο τον πλησίασε στο παγκάκι μία ξανθή, όντως νεαρή και νόστιμη γυναίκα με έξυπνα μάτια.
«Επιτέλους! Εδώ βρίσκεσαι, παλιολήτη; Πού χάθηκες τόσο καιρό;» είπε απευθυνόμενη στον σκύλο.
«Δικός σας είναι;» ρώτησε.
«Μάλιστα. Ούτε καλημέρα δεν σας είπα από την αγωνία μου. Τόσο καιρό τον είχα χαμένο και σας ευχαριστώ πολύ που τον συμμαζέψατε», του απάντησε, καθώς είχε αρχίσει να χαϊδεύει τον σκύλο στο κεφάλι και στηράχη.
«Αλήθεια, πώς τον λένε;» τη ρώτησε.
«Έκτορα», είπε μετά από έναν μικρό δισταγμό. Βάζοντας το χέρι της στην τσάντα της, έβγαλε ένα σακουλάκι με κροκέτες, γέμισε τη χούφτα της και άρχισε να τον ταΐζει χαϊδεύοντάς τον συνέχεια.
«Πάντως πρέπει να σας αγάπησε. Φαίνεται από τον τρόπο που σας κοιτάει», γύρισε και του είπε κάποια στιγμή.
«Ε, βέβαια, μετά από τόση περιποίηση και τάισμα, πώς να μη με αγαπήσει;» απάντησε ανακουφισμένος.
Έβγαλε από την τσάντα της ένα λουρί και το πέρασε στον λαιμό του Έκτορα.
«Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω…»
«Δεν χρειάζεται, αρκεί που θα ηρεμήσω. Είχα απελπιστεί.»
«Επιμένω, πρέπει να σας ευχαριστήσω.»
Αντάλλαξαν τηλέφωνα με την υπόσχεση να ξανασυναντηθούν.
«Νόστιμη κοπέλα», σκέφτηκε καθώς την παρακολουθούσε να απομακρύνεται μαζί με τον σκύλο, που την ακολουθούσε πειθαρχημένα δεμένος με το λουρί. Μάλιστα, γύρισε το κεφάλι του μερικές φορές και τον κοίταξε, λες και τον αποχαιρετούσε.
Η επόμενη συνάντησή τους ήταν σε ένα μπιστρό «για ένα ποτό και ένα ελαφρύ γεύμα, έτσι για να βγει από την υποχρέωσή της».
Μίλησαν στον ενικό και με οικειότητα, καθώς μία ζεστή ατμόσφαιρα απλώθηκε ανάμεσά τους. Νώντα τον έλεγαν, σε τράπεζα δούλευε και ζούσε μόνος του σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Εκείνη την έλεγαν Χαρά, δούλευε σε ένα λογιστικό γραφείο και παλιότερα πήγαινε στην τράπεζά του και τακτοποιούσε οικονομικές υποθέσεις των πελατών τους. Και μάλιστα, ανακαλώντας τη μνήμη της, θυμήθηκε πως τον είχε δει μερικές φορές πίσω από το γραφείο του. Κι αυτή μόνη της ζούσε σε μονοκατοικία —το πατρικό της ήταν— στην άκρη της πόλης, με αυλή και λουλούδια.
Η επόμενη συνάντησή τους ήταν στο σπίτι της. Και μια που ο καιρός ήταν εξαιρετικός, του έκανε το τραπέζι στον κήπο της, ανάμεσα στις τριανταφυλλιές της που ήταν το καμάρι της, με τον Έκτορα να τριγυρίζει ανάμεσά τους χαρούμενος.
Στην τρίτη συνάντησή τους, από τον κήπο της βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρά της, απ’ όπου έφυγε χαράματα για να πάει στη δουλειά του.
Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και στο τέλος ο Νώντας ξενοίκιασε και εγκαταστάθηκε στη μονοκατοικία. Στο παγκάκι του δεν ξαναπήγε. Προτιμούσε να περνάει τα ελεύθερα πρωινά του μαζί με τη Χαρά. Στο «Ηδύποτον» όμως πήγαινε. Μάλιστα, μια φορά την πήρε μαζί του για να τη γνωρίσει η παρέα.
Ένας φίλος, μόλις την είδε, έσκυψε και του είπε στο αυτί:
«Ωραίο κορίτσι. Πού το πέτυχες, βρε μπαγάσα; Φαίνεται από μακριά ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της.»
«Και αυτή με μένα», απάντησε συνωμοτικά.
Είχε χειμωνιάσει όταν ένα βράδυ πλησίασε τα χείλη της στο αυτί του και του είπε όσο πιο σιγανά μπορούσε:
«Είμαι έγκυος, το τεστ βγήκε θετικό.»
Έμεινε λίγο μετέωρος και, όταν συνήλθε, σήκωσε τους ώμους του και της απάντησε:
«Και τι καθόμαστε; Ετοίμασε τα χαρτιά σου και πάμε στο δημαρχείο!»
Μετά τον γάμο, πήγαν στο «Ηδύποτον» για το γαμήλιο τραπέζι, με τον Έκτορα να περιμένει με υπομονή έξω από την ταβέρνα το μερίδιό του από το τραπέζωμα.
Πέρασε ο καιρός και η Χαρά ήταν στον μήνα της για να γεννήσει. Κόρη κυοφορούσε. Καθόταν σε έναν καναπέ που τον έβρισκε αναπαυτικό για την περίπτωσή της, με τον Νώντα δίπλα της, και έβλεπαν μία ταινία.
Ξαφνικά έκλεισε την οθόνη και τον κοίταξε πολύ σοβαρά στα μάτια:
«Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι και να ζητήσω συγχώρεση. Τώρα που θα γεννηθεί το κορίτσι, δεν θέλω να είμαι χρεωμένη με καμία αμαρτία. Γιατί λένε πως οι αμαρτίες κληρονομούνται καμιά φορά.»
Την κοίταξε ξαφνιασμένος:
«Για ποια αμαρτία μιλάς;»
«Ξέρεις, παλιά, όταν ερχόμουν στην τράπεζα για υποθέσεις των πελατών, δεν ξέρεις πόσο μου άρεσε να σε βλέπω έτσι ομορφούλης που ήσουν. Με τον καιρό σε ερωτεύτηκα, αλλά εσύ ούτε που μου έδινες σημασία. Εκεί, σκυμμένος στον υπολογιστή σου και στην αριθμομηχανή, ούτε μία φορά δεν σήκωσες το κεφάλι να με δεις. Και πολύ υπέφερα γι’ αυτό.
Μέχρι που διάβασα την ανακοίνωσή σου για τον χαμένο σκύλο. Είπα: «Να η ευκαιρία για να τον πλησιάσω». Έπλεξα ολόκληρη συνωμοσία στο μυαλό μου. Σε συνάντησα στο παγκάκι και προσποιήθηκα, λέγοντας ψέματα πως ο σκύλος ήταν δικός μου. Ούτε που τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου.»
Σταμάτησε και τον κοίταξε με αγωνία στα μάτια, περιμένοντας την αντίδρασή του.
«Βρε πονηρή, έστησες ολόκληρη πλεκτάνη για να με πλησιάσεις! Ούτε μπορούσα να φανταστώ πως θα με ένωνε μαζί σου ένα σκυλί κι ένα ψέμα. Σαν παραμύθι!»
Έμεινε λίγο σιωπηλός και συνέχισε:
«Εντάξει, συγχωρεμένη. Αλλά δεν σε περίμενα τόσο πανούργα. Πάντως, ύστερα από όλα αυτά, τώρα που θα γεννηθεί το κορίτσι, σκέφτηκα τι όνομα να της δώσουμε.»
«Ποιο;» απάντησε με έντονη περιέργεια.
«Αλήθεια, ποιο είναι το θηλυκό του Έκτορα; Εκτορία; Αυτό το όνομα της ταιριάζει κι αυτό θέλω!»
Christos.gim@gmail.com








