O Όζι Όσμπορν ήταν δυσλεκτικός. Ο κιθαρίστας του στους Black Sabbath, Τόνι Αϊόμι είχε χάσει τις άκρες του μέσου και του παράμεσου του δεξιού του χεριού, μετά από εργατικό ατύχημα σε εργοστάσιο του Μπέρμιγχαμ, όπου δούλευε.
Συνέχισε, όμως, να παίζει καλύπτοντας τις κομμένες άκρες των δακτύλων του με δακτυλήθρες και αυτοσχέδια ενθέματα, αρχικά, από λιωμένο πλαστικό και δέρμα ώσπου, τελικά, οδηγήθηκε σε τεχνικό ιατρικής σιλικόνης για να τού δημιουργήσει τις κατάλληλες άκρες για τα δάχτυλά του. Αν ο Αϊόμι δεν είχε υποστεί αυτό το ακρωτηριαστικό ατύχημα, ο ήχος της heavy metal μουσικής δεν θα ήταν ποτέ αυτός που γνωρίσαμε. Γιατί, ο αριστερόχειρας Τόνι, όντας αναγκασμένος να προσαρμόσει τους δακτυλισμούς του δεξιού του χεριού σε ακόρντα που θα ήταν ευκολότερο να παιχτούν από τα κολοβωμένα του δάχτυλα, πέρασε στην κιθάρα του «ελαφρύτερες» χορδές, δανεισμένες από το “banjo”, ένα μουσικό όργανο που προσομοιάζει στον «δικό μας» ταμπουρά. Έτσι γεννήθηκαν οι δυναμικές συγχορδίες, τα «ακόρντα 5ης» που αποτελούν τη βάση της «μέταλ» μουσικής.
Θαρρείς και οι δαχτυλήθρες που χρησιμοποίησε αρχικά ο Τόνι Αϊόμι για να ξεπεράσει το φυσικό ελάττωμα που του κατέλειπε το εργατικό ατύχημα, είχαν κάτι από εκείνη τη δαχτυλήθρα του παραμυθιού, με το ραφτόπουλο και την κόρη του βασιλιά που, προκειμένου να δώσει στον μικρό ράφτη τη βασιλοπούλα, τού ζήτησε να υφάνει μέσα σε μια νύχτα 40 νυφικά χωρίς βελόνα και κλωστή. Μα το ραφτόπουλο καθόλου δεν δίστασε, γιατί ήταν γιος νεράιδας. Αφού έφαγε, ήπιε και διασκέδασε, όπως μας λέει το παραμύθι, έβγαλε τη δαχτυλήθρα που φορούσε και πήρε από μέσα μια χρυσή τρίχα που είχε φυλαγμένη για ώρα ανάγκης. Ύστερα, έκαψε την άκρη της τρίχας στη φλόγα ενός λυχναριού. Και αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του μια νεράιδα.
«Τί θέλεις, αγαπημένο μου αγόρι;» τον ρώτησε;
Τους Black Sabath τους ακούγανε πολλοί από τους συμμαθητές μου στο Λύκειο, όπως μαρτυρούν τα μακριά τους μαλλιά και οι heavy metal μπλούζες τους στη φωτογραφία από τη διήμερη εκδρομή μας στο Ναύπλιο και τις Μυκήνες. Οι κοντοκουρεμένοι, με ή χωρίς πουκάμισο, προτιμούσαμε άλλα μουσικά ακούσματα.
Δεν ξέρω αν ο Αϊόμι ήταν επίσης γιος νεράιδας, ούτε αν παντρεύτηκε, τελικά, την κόρη του βασιλιά. Κρίνοντάς, όμως, από τους μοναδικούς ήχους που κατόρθωσε να υφάνει με τα ακρωτηριασμένα ακροδάχτυλά του, μπορούμε να πούμε πως η ιστορία του, όπως και αυτή του θρυλικού, δυσλεκτικού και καταθλιπτικού στην εφηβεία του, τραγουδιστή των Black Sabbath, Όζι Όσμπορν, ο οποίος απεβίωσε τον περασμένο Ιούλιο, προσωποποιούν το ακόλουθο δίδαγμα: Αυτό που η κοινωνία μας, συχνά, ορίζει –συγκρίνοντάς το με το πρότυπο της «αυτιστικής» φυσιολογικότητάς της– ως «ελάττωμα» ή ως «ιδιαιτερότητα» μπορεί, αν βρει τις κατάλληλες συνθήκες ευκαιρίας, να λειτουργήσει ως πηγή δημιουργίας, έμπνευσης και έκφρασης χαρισματικών δυνατοτήτων.
Ο περίφημος αρχιτέκτονας Λε Κορμπυζιέ ίσως να μην μπορούσε να εμπνευστεί και να θεμελιώσει την ιδιαίτερη τάση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής του αν δεν έχανε την τρισδιάστατη όρασή του, στα 31 του χρόνια, εξαιτίας μίας βλάβης στο αριστερό του μάτι. Έτσι, αδυνατώντας να προσδιορίσει την τρίτη διάσταση των αντικειμένων, συλλαμβάνοντας την οπτική πραγματικότητα των όγκων με έναν εντελώς δικό του, «ελαττωματικό» τρόπο αίσθησης, δημιούργησε μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική τάση, με έντονη πλαστικότητα και ενισχυμένες γλυπτικές αναφορές, που αγωνίζεται να τιθασεύσει τη σύγκρουση των όγκων με το δισδιάστατο επίπεδο και μέσα από τις καμπυλωμένες, τις παραμορφωτικές σαν οπτικούς φακούς, επιφάνειές της, μετασχηματίζει το «ελάττωμα» σε δημιουργική αναζήτηση της πληρότητας.
Ο Όζι, ο Τόνι και το ελάττωμα ως πηγή δημιουργίας. Μέρος ΙΙ
O Όζι Όσμπορν ήταν δυσλεκτικός και, κατά την εφηβεία του, φέρεται να είχε παρουσιάσει βαριά καταθλιπτική συμπτωματολογία με αυτοκτονικότητα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, με αφορμή την εκδημία του τον περασμένο Ιούλιο, μπορούμε να σταθούμε με ενδιαφέρον και γόνιμη «απορία» στον τρόπο με τον οποίον κατόρθωσε να μετουσιώσει τη νοητικο-συναισθηματική του ιδιαιτερότητα σε χαρισματικό αμάλγαμα “heavy metal” τραγουδιστικής ιδιοφυΐας, εμπορικής επιτυχίας και ινδαλματικής καταξίωσης στην παγκόσμια pop culture.
Κατ´ αναλογίαν και ταυτόχρονα κατ´ αντιδιαστολή με τις «διαβολικόμορφες» νυχτερίδες που ο Όζι δάγκωνε επί σκηνής, οι επισκέπτες του Αγίου Όρους έμεναν κατάπληκτοι όταν, παλαιότερα, συναντούσαν τον πρωτοψάλτη της βυζαντινής μουσικής. Ο άνθρωπος αυτός ήταν βραδύγλωσσος. Αυτή του όμως η «ελαττωματική», η ιδιαίτερη ομιλία, η δυσκολία των λέξεων να αρθρωθούν αυτόνομα, η ψυχαναγκαστική επανάληψη ημιτελών συλλαβών, ήταν η πηγή της εκκλησιαστικής του έκφρασης. Ήταν η ιδιαιτερότητα που μεταμόρφωνε το τραύλισμα της ομιλίας σε μελωδικό, θρησκευτικό τερέρισμα, σε ασύγκριτο βυζαντινό ισοκράτημα, σε μοναδική δοξολογία ευχαριστίας και παραπόνου.
Όπως ακριβώς τα ακρωτηριασμένα δάχτυλα του Τόνι Αϊόμι, του κιθαρίστα των Black Sabbath του Όζι Όσμπορν, του Γκίζερ Μπάτλερ, και του Μπιλ Γουόρντ, έδωσαν ήχο σε μια νέα μουσική αρχιτεκτονική, με τα επαναληπτικά ριφ της κιθάρας του να στέλνουν το μήνυμα της κοινωνικής ανατροπής, μέσα από την ανάδειξη μίας συμπεριληπτικότητας «βαρέως μετάλλου» και μίας αλληλοπεριχώρησης που, πατώντας με τα κολοβώματα των κομμένων δακτύλων τα τάστα της σκοτεινής, συλλογικής μας ευαισθησίας, στριμώχνουν στις γραμμές του εσωτερικού πενταγράμμου της διαφορετικότητάς μας, ημί-τυφλους αρχιτέκνονες, όπως ο Λεκορμπιζιέ, βραδύγλωσσους βυζαντινούς πρωτοψάλτες, δυσλεκτικούς τραγουδιστές και ακρωτηριασμένους αριστερόχειρες κιθαρίστες.
Και πλάι σε αυτούς, κανείς δεν μπορεί αν μείνει ασυγκίνητος βλέποντας έναν ασθενή με νόσο του Πάρκινσον να χορεύει ζεϊμπέκικο. Τα μικρά κοφτά βήματα, η σκυφτή στάση, η απώλεια της ισορροπίας και το μοναχικό παράπονό όσων υποφέρουν από τη νόσο, βρίσκουν την αρμονική τους έκφραση μέσα σε έναν χορό που είναι εξ’ ορισμού ακανόνιστος, χωρίς συγκεκριμένο βηματισμό, με κινήσεις νευρικά ασύνδετες και σπασμωδικά μοναχικές.
Ο ζεϊμπέκικος χορός δεν είναι παρά η χορογραφία ενός ανθρώπου που υποδύεται ότι χάνει την ισορροπία του και η νόσος του Πάρκινσον, ούσα η ίδια μια ζωντανή ιστορία ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να ισορροπήσει, με τα κοφτά σαν ζεϊμπέκικες πενιές βήματα, αναδεικνύει το «ελάττωμα» και την κινητική υπολειμματικότητα σε χορευτικό χάρισμα εκφραστικής λύτρωσης.
Όπως μαρτυρούν τα μακριά μαλλιά και τα μπλουζάκια στη συνοδευτική φωτογραφία από την διήμερη εκδρομή της Β´ τάξης του 3ου Λυκείου Λάρισας, το 1995, μπροστά στον τάφο του Αγαμέμνονα, αν και δεν διακρίνεται το ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από την ταφική θύρα, αρκετοί από τους συμμαθητές μου ακούγανε Black Sabbath. Παρότι ο πατέρας μου μετρούσε, τότε, ήδη 7 χρόνια μάχης με τη νόσο του Πάρκινσον, η φωνή του πρόσφατα εκλιπόντος «καταθλιπτικού και δυσλεκτικού εφήβου» που οι πληροφορίες αναφέρουν πώς είχε επιχειρήσει να απαγχονιστεί, στην εφηβεία του, με το σχοινί απλώματος των ρούχων, Όζυ Όσμπορν δεν ήταν και τόσο ελκυστική για τις εφηβικές μουσικές μου αναζητήσεις. Αλλού αναζητούσα, μουσικά, το συναισθηματικό ανακουφιστικό τρίγωνο της εσωτερικής αρχιτεκτονικής των αισθημάτων και των σκέψεων μιας ηλικίας που ζύγωνε στη θύρα της ενηλικίωσης. Θυμάμαι πως εγώ και ο φίλος μου ο Βασίλης -που δεν διακρίνεται στη φωτογραφία- προτιμούσαμε τα ζεϊμπέκικα και τα υπόλοιπα «λαϊκά» του Βασίλη Καρρά που κι εκείνος εγκατέλειψε πρόωρα τον μάταιο τούτο κόσμο και τον κόσμο του δικού του πενταγράμμου. Κάθε έφηβος βρίσκει το δικό του μουσικό σχοινί, αν όχι -ευτυχώς- για να αποπειραθεί να κρεμαστεί, τουλάχιστον για να απλώσει τη μπερδεμένη μπουγάδα των συναισθημάτων και των προβλημάτων που τον απασχολούν. Για να στεγνώσει μαζί με τα δάκρυα στα μάγουλά του, με ή χωρίς μακριά μαλλιά για να τα κρύψει…
Χρίστος Χ. Λιάπης MD, MSc, PhD
Eπικ. Καθηγητής Ψυχιατρικής Δ.Π.Θ.
Αναπλ. Πρόεδρος Επιστημονικού
Συμβουλίου ΕΟΠΑΕ








