Νιώθω ιδιαίτερα συγκινημένος και χαρούμενος απόψε που με αφορμή την παγκόσμια μέρα της ποίησης έχω δίπλα μου δυο αγαπημένους και σπουδαίους ανθρώπους. Τον Αργύρη και τον Θάνο. Και λέω ότι τους έχω δίπλα μου διότι ναι, νιώθω ότι κι οι δυο είναι μαζί μας εδώ. Απόψε. Δίπλα μας.
Κι ο Θάνος κάθετε σε καθένα απ αυτά τα τραπέζια. Σε κάθε γωνιά. Και στέκει. Και μας θωρεί. Μ εκείνο το αμφίσημο χαμόγελό του. Κι είμαι σίγουρος ότι είναι έτοιμος να μας μαλώσει γι αυτή μας την ανάγκη να τον θυμηθούμε σήμερα και να του αφιερώσουμε λίγες στιγμές απ τις ζωές μας. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει Θάνο…Αλίμονο αν αφιερώναμε λίγο από την ζωή μας σε αυτούς που το απαιτούσαν…
Δεν είχα λοιπόν την τύχη να έχω δάσκαλο τον Θάνο. Κι ίσως ευτυχώς γι αυτόν διότι ως γνωστόν η σχέση μου με τα μαθηματικά δεν ήταν κι η καλύτερη. Κοινώς ήμουν σκράπας. Ή μπορεί απλά να μην είχα την τύχη να έχω εμπνευσμένους δασκάλους σαν αυτόν. Κι η τύχη τα φερε αλλιώς. Με τον Θάνο παίξαμε πολλά χρόνια μαζί μπάσκετ, ήμουν κι ένα φεγγάρι προπονητής του γιου του, έτσι λοιπόν είχα την ευλογία να συναναστραφώ στενά μαζί του, και να απολαύσω την σκέψη του, τις ιδέες του, την σοφία του. Να δω το ειδικό βάρος της προσωπικότητάς του. Να γνωρίσω τις ιδέες και τα όνειρά του.
Εκ των υστέρων -και φροϋδικά σκεπτόμενος- θα έλεγα ότι ίσως υποσυνείδητα να υπήρξε για μένα κι ένα υποκατάστατο πατρικής φιγούρας μιας και πέρα από την επιστημονική τους συγγένεια -στα μάτια μου τουλάχιστον- υπήρξε μια καφκική ομοιότητα με τον πατέρα μου (ίδιο μουστάκι, ίδια μεγάλα μάτια, ίδια αλγεβρική σκέψη, και βέβαια ένα τσιγάρο πάντα κολλημένο στα ακροδάχτυλά τους). Είναι πάντως βέβαιο ότι η προσωπικότητα και η ανεπιτήδευτη γοητεία του είχε πάντα αυτή την μαγική ικανότητα να αγγίζει τους άλλους γύρω του. Κάπως έτσι άγγιξε κι εμένα.
Θάνο, δώσε τους χαιρετισμούς μου σε παρακαλώ διότι έχουν περάσει πια 36 ολόκληρα χρόνια αλλά ακόμα μας λείπει πες του. Ναι ξέρεις εσύ πολύ καλά τι θα του πεις.
Για τον Αργύρη δεν θα πω πολλά. Γι αυτόν μιλάνε τα ποιήματά του. Για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με Τάσο Λειβαδίτη και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, που ακόμα τα βράδια μας ακούμε Beatles, Bach και Σαββόπουλο, που ανατριχιάζουμε στην θέα ενός Ρέμπραντ, για όλους εμάς που δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ, που δε θα γεράσουμε ποτέ, που δεν θα πεθάνουμε ποτέ (ή που πεθαίνουμε κάθε μέρα) η ποίηση του Αργύρη είναι ένα σωσίβιο λέξεων που μας βοηθάει να επιπλεύσουμε λίγο ακόμα. Και λίγο ακόμα. Αέναα. Είναι μια κιβωτός ελπίδας τα ποιήματα του Αργύρη, μια τελευταία αφορμή για ένα ακόμα θλιμμένο χαμόγελο, για ένα ακόμα χαρούμενο δάκρυ.
Η ποίηση του Αργύρη έχει να κάνει με την μοναξιά που δεν φοβόμαστε, με το σκοτάδι που απολαμβάνουμε, με τον έρωτα που μας ξέχασε αλλά τον συγχωρέσαμε. Στα ποιήματά του μπορείς να βρεις σπαράγματα του εαυτού σου, της ζωής που έζησες ή δεν έζησες και στην κάθε του ποιητική ματιά να ανακαλύψεις τον εαυτό σου -ή τον άλλο σου εαυτό. Η ποίηση του Αργύρη δεν έχει να κάνει με προσπάθεια εντυπωσιασμού. Είναι αυτή που είναι γιατί έτσι πρέπει, έτσι θα έπρεπε. Γιατί τι είναι ποίηση αν όχι το αρχέγονο είναι μας.
Τα ποιήματα του Αργύρη μυρίζουν θάλασσα, βροχή, φθινόπωρο. Έχουν σάρκα που αχνίζει, και βέβαια την αρχέγονη συνταγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, της άδολης θυσίας, των χαμένων ονείρων.
Ο άνθρωπος Αργύρης είναι αυτό ακριβώς που (ηθελημένα ή μη) υπονοούν τα ποιήματά του. Ξεδιάντροπα ντροπαλός, ένας προσγειωμένος ονειροπόλος, ένας Δον Κιχώτης χωρίς Δουλιτσινέα ή με εκατομμύρια Δουλτσινέες. Γιατί τι είναι ποίηση αν όχι τα όνειρά μας.
Και ναι…τα ποιήματα του Αργύρη έχουν κάτι από τα όνειρά μας.
Νιώθω χαρά κι υπερηφάνεια που η Ομάδα Τέχνης και Πολιτισμού ο ΑΣΠΡΟΠΑΡΗΣ της οποίας είμαι ένα από τα ιδρυτικά μέλη, άδραξε την ευκαιρία να σας μυήσει σήμερα στον μαγικό χώρο της ποίησης του Αργύρη κάτω από το βλέμμα του αγαπημένου μας Θάνου.
Η πόλη μας η Καλαμπάκα πάσχει από αυτό που εγώ έχω ονομάσει «σύνδρομο ξενολαγνείας». Πιστέψτε με όμως, η πόλη της Καλαμπάκας έχει απίστευτη δυναμική κι ανθρώπους της τέχνης και του πολιτισμού που σε τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από άλλες πόλεις. Στο χέρι μας είναι να αναδείξουμε αυτή τη δυναμική που σιγοβράζει. Που έχει ταλέντο και θέληση να δώσει το παρόν. Στο χέρι μας είναι να αγκαλιάσουμε αυτές τις δυνάμεις, να τις παρουσιάσουμε στον κόσμο, να τις κάνουμε κτήμα μας. Κι όσο περνάει από το χέρι μου και μέσα από την Ομάδα Τέχνης και Πολιτισμού του ΑΣΠΡΟΠΑΡΗ θα το κάνω σκοπό και έργο ζωής. Αυτός ήταν κι ο μοναδικός λόγος της δημιουργίας αυτής της ομάδας.
Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς αυτούς τους δυο υπέροχους ανθρώπους, τον Αργύρη και τον Θάνο, αλλά και τον Αντώνη για την όμορφη και ζεστή του φιλοξενία του σε αυτό τον υπέροχο χώρο του Καστίρο.
Τέλος όλους εσάς που μας τιμήσατε με την παρουσία σας και σας εύχομαι καλό υπόλοιπο Άνοιξης.








