«Για δέκα χρόνια στην Αθήνα περίμενα την άδεια για να φύγω. Να γυρίσω στον τόπο μου, να ξεκουραστώ, να πάω θάλασσα, να χαρώ.
Και όμως, για να είμαι ειλικρινής, και στην Αθήνα καλά περνούσα. Είχα τους φίλους μου, τις παρέες μου, τη δουλειά μου, τη δική μου ζωή. Απλώς ήταν ένας διαφορετικός ρυθμός, ένας διαφορετικός δρόμος.
Γύρισα εδώ και, χωρίς να το καταλάβω, άνοιξε μπροστά μου μια άλλη ζωή.
Η δουλειά μου, η γυψοτεχνική, οι άνθρωποι που γνώρισα μέσα από αυτήν. Και μετά ο Σύλλογος…
Οι πεζοπορίες μας, οι δράσεις, τα πανηγύρια, οι ιδέες, η κούραση, τα ξενύχτια, η προσπάθεια να δημιουργήσουμε κάτι για τον τόπο μας.
Και μέσα από τον Σύλλογο γνώρισα περισσότερους από 40 άλλους Συλλόγους. Ανθρώπους που στον δικό τους τόπο δημιουργούν κάτι ξεχωριστό. Μια εκδήλωση, μια πεζοπορία, ένα πανηγύρι, μια δράση, κάτι που σε καλούν να πας να δεις και να γνωρίσεις.
Και τότε καταλαβαίνεις πόσα πράγματα υπάρχουν γύρω σου που δεν γνώριζες.
77 χωριά του Δήμου Μετεώρων, η Καλαμπάκα, τα Τρίκαλα και τόσοι άνθρωποι που μπήκαν στη ζωή μου χωρίς να το έχω σχεδιάσει.
Και φυσικά, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχουν και οι άνθρωποι που θα σε στηρίξουν, θα σε αγαπήσουν, αλλά και εκείνοι που θα σε κρίνουν, θα σε σχολιάσουν ή θα διαφωνήσουν μαζί σου.
Κι αυτοί είναι μέρος της ζωής.
Άλλος σε στηρίζει, άλλος σε διδάσκει, άλλος σε δοκιμάζει. Και τελικά όλοι, με τον δικό τους τρόπο, κάτι σου αφήνουν.
Και κάπου εδώ σκέφτομαι…
Μήπως τελικά δεν έχει τόση σημασία πού ξεκίνησες, ούτε πού νόμιζες ότι θα φτάσεις;
Σημασία έχει πόσους ανθρώπους γνώρισες, πόσα πράγματα δημιούργησες και πόσες στιγμές κατάφερες να ζήσεις.
Αυτά μένουν.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά η ζωή.
Όχι να περιμένεις την επόμενη άδεια για να ζήσεις, αλλά να δημιουργείς μια ζωή που, όταν έρθει η ώρα να φύγεις για λίγο, να ανυπομονείς να γυρίσεις πίσω.
Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού σε όλους… και να γεμίζουμε τη ζωή μας με ανθρώπους και στιγμές που αξίζουν».








